ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΕΛΛΑΡΗΣ - KAΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ: 1/11/2007 - 1/12/2007

ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΣΤΟΤΟΠΟ

Ο Χρήστος Κελλάρης γεννήθηκε το Μάη του 1984 στη Θεσσαλονίκη και είναι Πολιτικός Μηχανικός που δεν ζει στη Θεσσαλονίκη. Αρχίζει να ασχολείται με την ποίηση και την λογοτεχνία στην ηλικία των 17 από ένα λάθος.

Το 2006 ολοκλήρωσε την πρώτη του ποιητική απόπειρα. Πρόκειται για μία συλλογή που απαρτίζεται από αρκετά ποιήματα, και έχει τίτλο: «Μια γουλιά ακόμα».

Το 2007 ολοκλήρωσε την πρώτη του νουβέλα που φέρει τον τίτλο «Με δυο ποτά στο χέρι». Την ίδια χρονιά δημιουργεί τον πρώτο του προσωπικό ηλεκτρονικό χώρο στη διεύθυνση http://Kellaris.Blogspot.Com με σκοπό να αναρτήσει μερικές από τις σκέψεις του..

ΤΙΤΛΟΣ: «ΜΙΑ ΓΟΥΛΙΑ ΑΚΟΜΑ»

ΤΙΤΛΟΣ: «ΜΙΑ ΓΟΥΛΙΑ ΑΚΟΜΑ»
TO EΞΩΦΥΛΛΟ ΤΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ

«ΓΕΡΝΩ»

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2007

«ΑΤΛΑΝΤΙΚΟΣ»

Ψάχνω τον δρόμο, τον δικό μου δρόμο,
ανάμεσα σε χίλια δυο αδιέξοδα,
σε πόρτες που πάντα μένουν κλειδωμένες,
σε πάρκα που τα παγκάκια τους είναι βρεγμένα και η μπογιά τους ξεφλουδισμένη.
Σε τηλεφωνήματα που ο συνομιλητής είναι αδιάφορος,

σε τηλεοπτικά δελτία, σ’ εκπομπές.
Ψάχνω τον δρόμο μου στα σπίτια, εκεί που οι γυναίκες είναι πάντοτε βαμμένες

και φορούν γυαλιστερά κόκκινα τακούνια.
Σε πολυκαταστήματα, σε σχολικές εκδρομές μαζί με ερεθισμένες μαθήτριες

κάτω από πολικές θερμοκρασίες.
Στα μπαρ μαζί μ’ αλκοολικούς θαμώνες, παρέα με τους ποιητές της νύχτας
και τα μισοσβησμένα τους τσιγάρα.
Στον ιππόδρομο, στα σφαιριστήρια,
στον καφενέ της δυστοκίας μου περιμένοντας το πρώτο φως της μέρας.
Ο δρόμος που αναζητώ μοιάζει με το διψασμένο ωκεανό της σκοτεινής πλευράς της σελήνης . Μακρύς και απέραντος, ίσος πιο τρομακτικός στο ξέβρασμά του.
Φαντάζει με γυναίκα που περιμένει το θανατικό της, ανάσα μ’ άρωμα λεβάντας.
Η ψυχή μου κυκλώθηκε από θλίψη,

ανάμεσα σε δυο πνευμόνια καπνισμένα βρίσκεται τώρα να μονάζει.
Κι’ όσο για το χρόνο και τη δημιουργία;
Να παν όλα στο διάολο, να πλαγιάσουν υπεύθυνα μαζί του,

κάτω απ’ το χλωμό, της Φλεβαριάτικης πανσέληνου το απίθωμα…
17/2/07

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2007

«ΥΠΑΡΧΕΙ ΧΡΟΝΟΣ»

Με βρίσκει η επόμενη μέρα στη βεράντα.
Εκεί, με ένα φίλο απ’ τα παλιά, μπροστά σε ένα σχεδόν γεμάτο μπουκάλι,
να ξεθάβουμε τις αναμνήσεις και τους φόβους μας.
Μερικά ποτήρια δυνατό ημίγλυκο κρασί και η συζήτηση μπαίνει στον δρόμο που της ορίστηκε.
Φιλοσοφίες, αναζητήσεις στο χθες και σε μερικές χιλιάδες χρόνια ιστορίας.
Το βράδυ και οι φιλολογίες θα τελειώσουν μόνο όταν το υγρό
στο μπουκάλι φτάσει στο ναδίρ του.
Μέχρι τότε υπάρχει χρόνος.
Πολλά θα ειπωθούν,
σε πολλά συμπεράσματα θα καταλήξουμε,

μα όπως πάντα θα απολήξουμε σε κάποια κοινή αλήθεια γύρω από τις γυναίκες.
Μέχρι τότε υπάρχει χρόνος…

12/9/06

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2007

«Ο ΚΑΙΡΟΣ Μ’ ΕΧΕΙ ΔΙΔΑΞΕΙ ΝΑ ΜΑΘΑΙΝΩ»

Νιώθω σα λαβωμένο ζώο.
Χάνω αυτούς που αγαπώ,

κάθε μέρα, κάθε δευτερόλεπτο.
Πονάω πολύ. Ο χρόνος κυλάει σα νερό.
Σα νερό. Και χάνεται. Έτσι απλά.
Και αυτοί που αγαπώ είναι λίγοι διαλεγμένοι ένας-ένας με προσοχή.
Ίσως αυτό είναι που το κάνει να μοιάζει χειρότερο.
Τραγικό στο φως της μέρας, δραματικό κάτω απ’ τα άστρα της νύχτας.
Οι άνθρωποι γερνούν, παχαίνουν, κρυώνουν, ακρωτηριάζονται,

σε ανύποπτες στιγμές, όλοι κάτω απ’ τον ίδιο ουρανό,
κάτω απ’ τα ίδια άστρα,
γύρω απ’ τις ίδιες νωχελικές κραυγές.
Έτσι είναι η ζωή καθώς ξεμακραίνει,

πονούν οι άνθρωποι όταν μυρίζονται το θάνατο,
γιατί μπορούν και τον καταλαβαίνουν.
Τον νοιώθουν.
16/2/07

«ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΚΑΠΟΤΕ ΝΑ ΓΙΝΕΙ, ΑΠΟΨΕ ΘΑ ΤΟ ΚΑΝΩ»

Πέρασαν δύο ήσυχες ημέρες
και δύο ήσυχα βράδια.
Δεν μ’ ενόχλησε καμία.
Έπινα, κάπνιζα και έγραφα.
Το τηλέφωνο χτύπησε μια φορά.
Έκαναν λάθος, μου είπαν.
Έμοιαζε με τη ζωή μου.
Ήταν κι’ αυτή ένα λάθος…
Μα δε πειράζει.
Παρ’ όλα αυτά, για τις επόμενες πέντε ημέρες θα πίνω,

θα καπνίζω και θα γράφω, ξέροντας πως η ησυχία στη ζωή μου θα παραμείνει.
Η σχολή είναι κλειστή, ο καιρός έχει χαλάσει
και τα σκυλιά βρήκαν τραγικό θάνατο στους παγωμένους δρόμους.
Μου αρέσει αυτή την εποχή το μικρό μου δωμάτιό,

με τους καπνισμένου τοίχους του και τις γλυκύτατες,
άλλοτε λευκές, μα τώρα γκρίζες κουρτίνες.
Τα άδεια μπουκάλια έχουν γεμίσει τα δύο μου μπαλκόνια,

σκόρπια σε σκισμένες απ’ τον αέρα σακούλες.
Φαίνονται αστεία έτσι πως παραμονεύουν τον επόμενο βαρδάρη να τα γδάρει.
Απόψε το βράδυ λέω να τα μεταφέρω σε κάποια άγνωστη γειτονιά,

επωφελούμενος από τη νεκρική - θα μπορούσα να πω - ησυχία,
κάπου μακρύτερα να παγώσουν.
Όλα σήμερα μου μοιάζουν λίγο πιο χαριτωμένα.

25/1/07


«Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΣΙΓΟΥΡΙΑ ΤΗΣ ΗΣΥΧΙΑΣ»