ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΕΛΛΑΡΗΣ - KAΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ: 1/6/2008 - 1/7/2008

ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΣΤΟΤΟΠΟ

Ο Χρήστος Κελλάρης γεννήθηκε το Μάη του 1984 στη Θεσσαλονίκη και είναι Πολιτικός Μηχανικός που δεν ζει στη Θεσσαλονίκη. Αρχίζει να ασχολείται με την ποίηση και την λογοτεχνία στην ηλικία των 17 από ένα λάθος.

Το 2006 ολοκλήρωσε την πρώτη του ποιητική απόπειρα. Πρόκειται για μία συλλογή που απαρτίζεται από αρκετά ποιήματα, και έχει τίτλο: «Μια γουλιά ακόμα».

Το 2007 ολοκλήρωσε την πρώτη του νουβέλα που φέρει τον τίτλο «Με δυο ποτά στο χέρι». Την ίδια χρονιά δημιουργεί τον πρώτο του προσωπικό ηλεκτρονικό χώρο στη διεύθυνση http://Kellaris.Blogspot.Com με σκοπό να αναρτήσει μερικές από τις σκέψεις του..

ΤΙΤΛΟΣ: «ΜΙΑ ΓΟΥΛΙΑ ΑΚΟΜΑ»

ΤΙΤΛΟΣ: «ΜΙΑ ΓΟΥΛΙΑ ΑΚΟΜΑ»
TO EΞΩΦΥΛΛΟ ΤΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ

«ΓΕΡΝΩ»

Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2008

27ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΒΙΒΛΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ



Η μεγαλύτερη συντροφιά του πολιτισμού...

Για 27η συνεχόμενη χρονιά θα πραγματοποιηθεί στην ιστορική παραλία του Λευκού Πύργου, στη Θεσσαλονίκη, το Φεστιβάλ Βιβλίου που διοργανώνει με ξεχωριστή επιτυχία και εντυπωσιακή συμμετοχή του αναγνωστικού κοινού, ανελλιπώς από το 1982, ο Σύνδεσμος Εκδοτών Βόρειας Ελλάδας.Η φετινή διοργάνωση θα πραγματοποιηθεί από τις 6 έως τις 22 Ιουνίου 2008 με τη συνεργασία του Δήμου Θεσσαλονίκης και της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης και θα τελεί υπό την αιγίδα των υπουργείων Πολιτισμού και Μακεδονίας Θράκης.Στα εκθετήρια, θα φιλοξενηθούν πάνω από 300 εκδοτικοί οίκοι της χώρας που παρουσιάζουν πάνω από 30.000 τίτλους βιβλίων από την ελληνική και ξένη βιβλιοπαραγωγή.Για φετινή διοργάνωση ο Πρόεδρος του Συνδέσμου Εκδοτών Βόρειας Ελλάδας Χαράλαμπος Μπαρμπουνάκης, αναφέρει: "Το Φεστιβάλ Βιβλίου Θεσσαλονίκης είναι ο μεγαλύτερος και πιο καταξιωμένος πολιτιστικός θεσμός, στη Βόρεια Ελλάδα. Η μεγαλύτερη συντροφιά του πολιτισμού. Η ανοδική πορεία που είχε το Φεστιβάλ τα τελευταία χρόνια πιστεύουμε ότι θα συνεχιστεί και φέτος και θα ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις του βιβλιόφιλου κοινού, που μας εμπιστεύεται και μας στηρίζει. Στη φετινή διοργάνωση, ιδιαίτερη έμφαση θα δώσουμε στο παιδί. Θα πραγματοποιηθεί ένα τετραήμερο εκδηλώσεων για το παιδί, μία Γιορτή για το Παιδί, υπό τον τίτλο "Παιδικό Βιβλίο από όλο τον Κόσμο - Η παραμυθοχώρα του βιβλίου", όπου θα μπορούν οι μικροί αναγνώστες να ενημερωθούν για παιδικά βιβλία από όλο τον κόσμο και ταυτοχρόνως θα έχουν την ευκαιρία να ψυχαγωγηθούν και να παίξουν σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο. Μέλημά μας είναι να φέρουμε τα παιδιά κοντά στο βιβλίο από πολύ μικρή ηλικία, ώστε να το αγαπήσουν και να γίνει ο παντοτινός τους φίλος. Μορφωμένα παιδιά σημαίνει καλύτεροι πολίτες".

Ώρες λειτουργίας: Καθημερινά 18:30 - 23:00
Κυριακές και το πρωί 10:30 - 13:30
Πηγή: http://www.sekve.gr/bookFestival.html

Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2008

«ΣΜΑΡΑΓΔΑ ΔΩΔΕΚΑ ΑΣΤΕΡΩΝ»

Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από το βιβλίο με τίτλο «ΣΤΟ ΝΗΦΑΛΙΟ ΦΩΣ ΜΙΑΣ ΜΕΡΑΣ» το οποίο αποτελεί μια συλλογή σύντομων ιστοριών σε πεζό λόγο και
δεύτερη κατά σειρά λογοτεχνική μου προσπάθεια.




Είμαι σχεδόν σίγουρος πως εκείνη θα έπρεπε να ήταν η πιο κρύα εβδομάδα του χρόνου, και απολύτως βέβαιος για το ότι ήταν η πιο μοναχική για εμένα. Για μέρες ολόκληρες ήμουν μεθυσμένος και ο ήλιος έμοιαζε να έχει ξεχάσει το πώς να ανατέλλει πίσω απ’ τη πυκνή συννεφιά. Οι καταιγίδες κατά τη διάρκεια της νύχτας, είχαν γίνει πλέον μέρος της καθημερινότητας και ένα σημαντικό μάθημα για μένα. Βλέπετε, πάντα υπήρξα άνθρωπος της τελευταίας στιγμής.
Κάποιο βράδυ λοιπόν, άνοιξα το ψυγείο για να πάρω τη πρώτη μπύρα, μα το μόνο που αντίκρισα ήταν σωροί από άδεια περιτυλίγματα ποτών και ένα δοχείο ξινισμένο γάλα. Έξω, μια ακόμα νυχτερινή επιδρομή μολυσμένης βροχής καλά κρατούσε. Οι δρόμοι ήταν πλημμυρισμένοι και τα σκυλιά γαβγίζαν λυσσασμένα τον κάθε κεραυνό που δυναμίτιζε με φόβους τα απονήρευτα αυτιά τους. Έψαξα για μια ομπρέλα που κάποτε ένας τύπος σ’ ένα μπαρ μου ‘χε χαρίσει, μα δε τη βρήκα πουθενά. Θαρρείς πως είχε βαρεθεί και εμένα και τα ατελείωτα μεθύσια μου και μ’ εγκατέλειψε για πάντα.

Τελικά φόρεσα το παλτό μου, κάλυψα το κεφάλι μου με μια πλαστική σακούλα και περπάτησα μέχρι το κοντινότερο ποτοπωλείο. Δεν απείχε και πολύ από το σπίτι. Μόλις δύο τετράγωνα. Όταν επέστρεψα, κοιτάχτηκα στον καθρέπτη. Έμοιαζα με κάποια υγρή μορφή της νύχτας που σέρνει πίσω της δεκάδες ανομολόγητες αμαρτίες. Μετά από αυτό, θα μπορούσα να πω πως έγινα πιο προνοητικός (κυρίως στο θέμα καθημερινού προγραμματισμού μου).

Νωρίς εκείνο το μεσημέρι επιστρέφοντας από κάπου που δεν υπάρχει λόγος να θυμηθώ, έκανα μια στάση στο πολυκατάστημα που βρισκόταν κοντά στο διαμέρισμά μου. Είχα επισκεφτεί αρκετές φορές εκείνο το μέρος και τη διαδρομή την ήξερα καλά. Τα ποτά περίμεναν στον προτελευταίο διάδρομο, στο πίσω μέρος του καταστήματος. Δεν είχε πολύ κόσμο. Ήτανε ήσυχα. Δεν υπήρχε λόγος για να βιαστώ. Περπάτησα αργά τον στενό διάδρομο με τα μπλε και κόκκινα ράφια. Στο βάθος μια γυναίκα με μακριά υπέροχα πόδια στεκόταν ακίνητη. Έμοιαζε να περιμένει ώρες ολόκληρες. Μέρες. Χρόνια. Την πλησίασα.
Είδε πως την κοιτούσα τόσο μα τόσο επίμονα και χαμογέλασε συγκαταβατικά στις προκλητικές μου ομολογούμενες σκέψεις. Την πλησίασα και στάθηκα δίπλα της για μερικές στιγμές. Άρπαξε ένα φίνο ουίσκι από το ράφι που φαινόταν να γνώριζε καλά και περπάτησε κουνώντας προκλητικά τον όμορφό της κώλο προς την έξοδο. Την ακολούθησα με αργά, σχεδόν κουρασμένα, μα γεμάτα ενδιαφέρον βήματα. Μου χαμογέλασε και πάλι. Πιο ψυχρά αυτή τη φορά. Βγήκα πρώτος. Αντικρίζοντας το ροζέ, με ένα απείκασμα μετεξέλιξης σε κόκκινο σα το καλιφορνέζικο κρασί, χρώμα του ουρανού, αναρωτήθηκα γιατί συμβαίνουν όλα αυτά τα περίεργα που θυμίζουν σκηνικά από ζωές κάποιων άλλων σε εμένα...
Όταν ο χωματόδρομος έφτασε στο τέλος του, περπατούσε ακόμα δίπλα μου. Φτάσαμε στο διαμέρισμά μου. Τα μάγουλά της είχαν γίνει κόκκινα από το κρύο. Ετοίμασα δύο ποτά. Της πρόσφερα το ένα. Έπινα σταθερά με μεγάλες γουλιές. Εκείνη ίσως γρηγορότερα. Καθόταν αμίλητη απέναντι μου.

«Πως σε λένε;»
«Μπορείς να με φωνάζεις όπως θέλεις.»
«Σίγουρα θα σκεφτώ κάτι. Αλλά όχι τώρα. Θα το κάνω το βράδυ με την ησυχία μου προσπαθώντας να ξεμεθύσω πάνω σε αυτά τα κρύα πλήκτρα που βλέπεις..»
«Είσαι συγγραφέας;»
έκανε κοιτώντας τη μαύρη μου underwood που είχα ακουμπισμένη πάνω σε ένα μεταλλικό γραφείο δίπλα στη μικρή μου βιβλιοθήκη.
«Όχι.»

Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχαμε ανταλλάξει ούτε μια κουβέντα.
Και έπειτα πάλι ησυχία. Έξω ο καιρός άρχιζε να χαλάει. Το αισθανόμουν.
Το ποτό μου τελείωσε. Την κοίταξα βαθιά μέσα στα σμαραγδένια μάτια της και κατέβασα γρήγορα ένα ακόμα ποτήρι, δίχως πάγο αυτή τη φορά..
Το μπουκάλι με το ουίσκι έβλεπα να αδειάζει με ικανοποιητικό ρυθμό. Άρχιζα επιτέλους να νοιώθω λιγότερο ζώο. Εκείνη συνεχίζοντας ακάθεκτα να πίνει, άρχισε να μου μιλάει για το «παρελθόν» της στο πολυκατάστημα. Κάθε βράδυ μετά το σχόλασμα έπαιρνε τους δρόμους για τα μπαρ που συνέχιζαν στο αύριο.

«Έχουμε κάτι κοινό εμείς οι δύο» είπα και αμέσως ρώτησε να μάθει, με τα μάτια της ν’ αστράφτουν περιέργεια.
«Κάνουμε κάθε αύριο να μοιάζει ίδιο με το χθες..»

Χαμογέλασε και σταύρωσε τα πόδια της αφήνοντάς με να διατρέχω με τα μάτια μου το μήκος τους. Φορούσε ένα στενό τζιν παντελόνι που ήμουν σίγουρος πως με δυσκολία χωρούσε μέσα του τις απίστευτες ερωτικές της ιστορίες.
Το πρόσωπό της φωτίστηκε για πρώτη φορά. Σύρθηκα μέχρι το ψυγείο και έφερα δύο εξάδες μπύρες.

«Δεν έχει άλλο ουίσκι;»

Τις επέστρεψα στο χώρο που προσωρινά τις φιλοξενούσε και γύρισα με ένα καινούριο μπουκάλι. Γεμίσαμε και πάλι τα ποτήρια μας κάνοντας πρόποση στο αύριο.

Το κοινό σημείο που μας ένωνε και παράλληλα μας χώριζε με τη «Σμαράγδα», ήταν η πίστη μας σε κάτι το καλύτερο. Εγώ βλέπετε γνώριζα πολύ καλά πως οι μεθυσιακές μας ελπίδες μετατρέπονται πάντα σε ατέλειωτη στάχτη σε κάθε πρωινό hangover.

Το δωμάτιο γέμισε με καπνό και οι φλέβες μας με χρυσαφί υγρό. Τη πλησίασα και φιληθήκαμε σα να υπήρχε «αγάπη». Στο πίσω δωμάτιο, εκεί που κρύβω τα πιο παρανοϊκά μου όνειρα, συνεχίσαμε τη «παράσταση» που δίναμε μπροστά σε θεούς, ημίθεους, δαίμονες και θάνατο.
Ξαπλώσαμε στο κρεβάτι και γδύσαμε ο ένας το μυαλό του άλλου με γρήγορες μηχανικές κινήσεις. Αναμαλλιαστήκαμε και γίναμε ένα κουβάρι στροβιλιζόμενοι ο ένας γύρω απ’ τον άλλο στη δύνη των κτηνωδών αισθήσεών μας γεμάτοι από πόθο, και φιληθήκαμε ανταλλάζοντας λίγο απ’ το αλκοόλ που αποθηκεύαμε στα σώματά μας αιώνες τώρα. Χάιδευα το στητό της στήθος και εκείνη λεπτό με το λεπτό άρχισε να αφήνεται στ’ αφεντικό της βλακείας. Οι φαντασιώσεις μου ήταν βάσιμες γιατί το σώμα της ήταν όπως ακριβός είχα φανταστεί λίγο πριν παραδοθώ. Μπήκα και βγήκα αργά και έπειτα πιο γρήγορα, μέχρι που τελειώσαμε το παιχνίδι μας γογγύζοντας και ξεφυσώντας και υποκλιθήκαμε σ’ όλους εσάς και στο Θεό.
Σηκώθηκα και επέστρεψα με το μισοάδειο μπουκάλι. Την αντίκρισα μπροστά στο παράθυρο να κρατάει το πράσινο παλτό με το κόκκινο όνομα του πολυκαταστήματος. Το πέταξε μακριά.
Ξαπλώσαμε στο κρεβάτι και αρχίσαμε να πίνουμε με πιο μικρές γουλιές απ’ το μπουκάλι.

«Έχεις τσιγάρο; Τα δικά μου ήταν στη τσέπη του παλτού.» Της έδωσα ένα απ’ τα δικά μου. Προσπάθησε να το ανάψει και τα κατάφερε με το δεύτερο σπίρτο.
«Δε θα ρωτήσεις γιατί το πέταξα;»
«Όχι.»


Χαμογέλασε δίχως να πει τίποτα παραπάνω. Αυτό με ικανοποίησε.
Το επόμενο πρωί ξύπνησα ακούγοντας τη πόρτα του διαμερίσματος να κλείνει. Δεν ήταν δίπλα μου πια. Ούτε αυτή, ούτε τα ρούχα της, ούτε το πακέτο με τα σπίρτα. Κοιτώντας από το παράθυρο την είδα να ξεμακραίνει φορώντας το πράσινο παλτό με το κόκκινο όνομα του πολυκαταστήματος.
Έβαλα ένα τσιγάρο στο στόμα και άρχισα να ψάχνω για φωτιά. Έξω ο καιρός ήταν ωραίος, κατάλληλος για μια επίσκεψη στα προάστια της πόλης. Κατέβηκα τις σκάλες και περπάτησα τον αντίθετο δρόμο από αυτόν που η «Σμαράγδα» είχε διαλέξει.
Το σκηνικό τώρα μεταφέρεται και πάλι γύρω απ’ το μικρό μεταλλικό τραπέζι με τη μαύρη μου underwood, όπου με βρίσκει η συνέχεια ενώσω η νύχτα βρίσκεται στο δρόμο.

6/12/07

ΜΕΡΙΚΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΜΟΥ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

«Ο ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ ΕΧΕΙ ΚΟΨΕΙ ΑΛΥΣΙΔΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΛΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΩΝ ΝΑΥΤΩΝ»
Εκδώσεις Ηριδανός




Στο παρόν βιβλίο ο αναγνώστης θα διαβάσει έναν γέροντα, πιο σοφό και απροσδόκητο Μπουκόβσκι, "Οι λέξεις έγιναν απλούστερες μα πιο θερμές, πιο σκοτεινές... το πλησίασμα στον θάνατο δημιουργεί εγρήγορση". Όπως μέσα σε κάθε άλλο από τα βιβλία του, έτσι κι εδώ, ο Μπουκόβσκι επιμένει πως η ανθρωπότητα δεν θα μπορέσει να σωθεί αν δεν δοκιμάσει να ορθώσει το υπαρξιακό της ανάστημα. Όλα τα άλλα είναι δύστυχες φαντασίες.
(Από την περιγραφή του βιβλίου)

«ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ - ΒΑΡΔΙΑ»
Εκδώσεις Αγρα
Μέσα στο βιβλίο υπάρχει καταρχάς η ιστορία ενός ταξιδιού. Στη θάλασσα της Κίνας, ένα παμπάλαιο φορτηγό, σαραβαλιασμένο -ένα από κείνα τα σαπιοκάραβα που είχαν ήδη πουληθεί για παλιοσίδερα και που οι Ελληνες εφοπλιστές τα πήγαιναν για επιδιόρθωση στο Ρότερνταμ και ύστερα τα 'βαζαν να γυρίζουν τις θάλασσες για χρόνια ακόμα-, έχει βάλει πλώρη για Σαντούν.Αλλά το ουσιώδες έγκειται στις συνομιλίες, σ' αυτές ακριβώς θεμελιώνεται το έργο. Στις ατελείωτες ώρες της βάρδιας.Η Βάρδια εκδόθηκε για πρώτη φορά από τον Α. Καραβία το 1947, και έκτοτε επανεκδόθηκε στις εκδ. Κέδρος το 1980 (16 ανατυπώσεις μέχρι το 1989) και στις εκδ. Αγρα το 1989 (9 ανατυπώσεις από τον Δεκέμβριο 1989 μέχρι το 1996).Περιπέτεια ξεχωριστή, εξωτική, φαντασμαγορία με χίλια χρώματα, πότε ποιητική, πότε άσεμνη, πότε παραληρηματική. Μα σίγουρα κι ακόμα πιο πολύ, εικόνα πιθανή, εικόνα πολύ αληθοφανής της άχαρης μοίρας μας.
(Από την περιγραφή του βιβλίου)

«ΝΑ ΠΕΡΙΦΕΡΕΣΑΙ ΣΤΗΝ ΤΡΕΛΑ»
Εκδώσεις Ηλέκτρα



Πεθαίνοντας, ο Τσαρλς Μπουκόφσκι άφησε πίσω του καμιά πενηνταριά φακέλους γεμάτους διηγήματα, μυθιστορήματα, αυτοβιογραφικές αναφορές και ποιήματα. Το υλικό αυτό που δύσκολα μπορεί κανείς να το φανταστεί σε πλήρη τάξη ή αρχειοθετημένο στο σπίτι ενός Μπουκόφσκι ήταν φυσικό να κρύβει, εδώ κι εκεί, μικρά διαμάντια. Τη συλλογή αυτή χαρακτηρίζουν δύο στοιχεία: Το πρώτο οικείο και γνώριμο στους αναγνώστες του Μπουκόφσκι είναι ο σκληρός και ανηλεής σχολιασμός της καθημερινής πραγματικότητας, ο προικισμένος με όλα τα συστατικά του ανεπιτήδευτα «εφιαλτικού» μπουκοφσκικού τοπίου: πόρνες, μεθύσια, ξενύχτια σε φτηνά ξενοδοχεία, μπαρ πνιγμένα στον καπνό, άγριοι χωρισμοί. Είναι όμως το δεύτερο γνώρισμα των ποιημάτων αυτών, που συνιστά έκπληξη. Συναντάμε στα ποιήματα αυτά έναν ήπιο, μετρημένο, ώρες-ώρες σχεδόν μειλίχιο Μπουκόφσκι. Ένα Μπουκόφκσι που δεν μιλά για το σκαμπό του αλλά για το τζακούζι (!) του, που δεν σέρνεται με ματωμένη τη μύτη μέσα στα μπαρ αλλά κυκλοφορεί και συγχρωτίζεται με πλούσιους και διάσημους στη λέσχη του ιπποδρόμου, που φτάνει εν τέλει να ομολογεί πως «δεν φαντάζεσαι τι ωραία που είναι να πηγαίνεις το αυτοκίνητο για πλύσιμο χωρίς να πρέπει να κάνεις κάτι/παρά μόνο να ανάβεις το τσιγάρο σου και να περιμένεις στη λιακάδα χωρίς να χρωστάς νοίκια/χωρίς μπελάδες». Σαφής διαχωριστική γραμμή, εξυπακούεται πως δεν υπάρχει από το ένα ποίημα στο άλλο. Το ύφος και η διάθεση του Μπουκόφσκι αλλάζουν συνήθως μέσα στο ίδιο ποίημα. Έτσι, εκεί που ακούς έναν κουρασμένο παλιόγερο να ψελλίζει ανώδυνα, σε περιμένει η ανατροπή, σαν κεραυνός. Ενώ άλλες φορές, πίσω απ’ το θόρυβο των μεθυσμένων του κραυγών, ανακαλύπτεις ξαφνικά ένα μελαγχολικό τραγούδι για έναν κόσμο που ζει και πεθαίνει τόσο άσχημα. «Τρυφερός» και «Μπουκόφσκι» είναι σχήμα οξύμωρο. Για αυτό και τούτο το βιβλίο είναι ιδιαίτερα γοητευτικό. Τη μετάφραση των ποιημάτων, όπως και στη «Λάμψη της Αστραπής πίσω από το Βουνό», έχει έξοχα αποδώσει η Σώτη Τριανταφύλλου.

(Από τον εκδότη)


«Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΣΙΓΟΥΡΙΑ ΤΗΣ ΗΣΥΧΙΑΣ»