ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΕΛΛΑΡΗΣ - KAΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ: 1/5/2008 - 1/6/2008

ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΣΤΟΤΟΠΟ

Ο Χρήστος Κελλάρης γεννήθηκε το Μάη του 1984 στη Θεσσαλονίκη και είναι Πολιτικός Μηχανικός που δεν ζει στη Θεσσαλονίκη. Αρχίζει να ασχολείται με την ποίηση και την λογοτεχνία στην ηλικία των 17 από ένα λάθος.

Το 2006 ολοκλήρωσε την πρώτη του ποιητική απόπειρα. Πρόκειται για μία συλλογή που απαρτίζεται από αρκετά ποιήματα, και έχει τίτλο: «Μια γουλιά ακόμα».

Το 2007 ολοκλήρωσε την πρώτη του νουβέλα που φέρει τον τίτλο «Με δυο ποτά στο χέρι». Την ίδια χρονιά δημιουργεί τον πρώτο του προσωπικό ηλεκτρονικό χώρο στη διεύθυνση http://Kellaris.Blogspot.Com με σκοπό να αναρτήσει μερικές από τις σκέψεις του..

ΤΙΤΛΟΣ: «ΜΙΑ ΓΟΥΛΙΑ ΑΚΟΜΑ»

ΤΙΤΛΟΣ: «ΜΙΑ ΓΟΥΛΙΑ ΑΚΟΜΑ»
TO EΞΩΦΥΛΛΟ ΤΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ

«ΓΕΡΝΩ»

Παρασκευή, 9 Μαΐου 2008

«ΕΝΑΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΤΗΛΕΟΡΑΣΕΩΝ»

Είμαστε όλοι μεθυσμένοι!, συνήθιζε να λέει ένας φίλος μου,
άνθρωπος καθημερινός, φιλόσοφος της σύγχρονης εποχής,
κάθε φορά που προσπαθούσε να ανοίξει δρόμο στα πλημμυρισμένα από κόσμο, πεζοδρόμια της Μητροπόλεως και της Τσιμισκή.
Είμαστε όλοι μεθυσμένοι!, μπροστά απ’ τα μεγάλα πολυκαταστήματα και τις φωτεινές επιγραφές και τις σειρήνες της τηλεόρασης.
Έλεγε κάθε φορά και πιο δυνατά.
Ολοένα και πιο δυνατά με φωνή Στεντόρεια.
Κραύγαζε στα πρόθυρα του μεγάλου ξεσπάσματος.
Στη τελευταία θέση του αστικού λεωφορείου,
μια λυπημένη εικόνα γεμάτη σκέψεις ψιθύριζε αλήθειες σ’ έναν κόσμο που φτιάχτηκε εκ των πραγμάτων για να μην ακούει,
να μην βλέπει και να μη σκέφτετε.
Είμαστε όλοι μεθυσμένοι!, παντού και πάντα,
στη πατρίδα μου το Μέρυλαντ,
στη πατρίδα μου Καέν,
στη πατρίδα μου το Σίσερο,
στη πατρίδα μου Αθήνα.
Είναι δύσκολο να εκπληρώσουμε τους στόχους μας.
Βλέπεις χάνονται πάντα στη πορεία.
Μπερδεύονται με τους παλιούς και τους καινούριους.
Το βλέμμα μετά από τις καλά παραλλαγμένες καθημερινές εντολές,
δε φτάνει πια τόσο μακριά όπως πρώτα.
Αυτό ισχύει για όλους μας.
Γινόμαστε κοντόφθαλμοι χάνοντας την πηγαία κριτική μας ικανότητα.
Εναποθέτουμε τις ελπίδες και τα όνειρα που κάναμε προχθές που ήμασταν παιδιά ξεπουλώντας τα πολύ εύκολα,
σε όλους τους προέδρους,
στους διευθυντές μας,
σε όλους τους κατασκευαστές πολυτελών αυτοκινήτων,
σε όλους εκείνους που φοβούνται να κυκλοφορήσουν μόνοι τους στο δρόμο και βρίσκουν εύκολα καταφύγιο στη μικρή οθόνη.
Σε όλους τους «κράχτες», όποια κι’ αν έχουν μορφή.
Ήμαστε όλοι μεθυσμένοι!, γιατί ο κόσμος σήμερα δεν αγοράζει βιβλία όπως παλιά.
Παρ’ όλα αυτά θέλει τη βιβλιοθήκη του γεμάτη.
Τώρα, ακόμα και η τηλεόραση διοχετεύει «τέχνη».

Βρόμικα και ύπουλα, όπως καλά ξέρει να κάνει.
Ανάμεσα στα άχρηστα προϊόντα που προσφέρονται για χρήσιμα,

βρίσκονται και βιβλία!
Βολεύτηκαν εύκολα κι’ αυτά μέσα στα διαφημιστικά δεκάλεπτα των μεγάλων τηλεοπτικών καναλιών.
Συγγραφείς – Ποιητές της μίας νύχτας.

Άχρηστοι αξιοθρήνητοι άνθρωποι που απευθύνονται σε άχρηστους αξιοθρήνητους ανθρώπους.
Άξεστοι ηλίθιοι που αυτοαποκαλούνται άνθρωποι της τέχνης.
Συγγραφείς – Ποιητές της μίας νύχτας που βρήκαν την εύκολη και γρήγορη λύση να πουλήσουν τα λογοτεχνικά τους σκουπίδια.

Εκατοντάδες άχρηστες σελίδες που ξεπροβάλουν πίσω από τους ίδιους και τους ίδιους αδιάφορους ήχους μιας μουσικής γραμμένης δίχως νότες πάνω σε «τετράγραμμο».
Πίσω απ’ την ίδια βαρετή και μονότονη φωνή μιας κρυμμένης εκφωνήτριας,

που προσπαθεί μάταια να περάσει την εικόνα μιας καλλιεργημένης – πολιτισμένης ντομάτας.
Αυτά είναι λίγα μόνο απ’ τα πέτρινα λόγια που ξεπηδούν μέσα από πύρινες σκέψεις οργής για την ανθρώπινη κατάντια.
Καταδικασμένη απλώνεται η κοινωνία ολόκληρη στα πρόσωπά μας,
με τελεσίδικη απόφαση παρμένη από καιρό στο μυαλό εκείνου του καθημερινού,

του ασήμαντου φιλοσόφου της σύγχρονής μας κοινωνίας.
Εκείνου του ανθρωπάκου που θα έχει πάντοτε τη θέληση να σκέφτεται ελεύθερα, και να κρίνει ορθά, και να εκτιμά το κάθε τι που έχει πραγματική αξία.
Αξία σε μια κοινωνία που έχει τόσα λίγα να μας δώσει.

Στον Ιωάννη Ράστο
19/4/08

«ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΤΡΕΛΑ»

Το βλέμμα μου ξεμακραίνει απ’ την απέναντι στέγη
και επικεντρώνεται στο μακρινό βουνό,
το χιλιολουσμένο απ’ το λιοπύρι του καλοκαιριού,
τα χιόνια του χειμώνα και μερικές φορές της άνοιξης.
Το παλιό κάστρο στέκει ακόμα καλά παρά την γυρεώητά του,

εξετάζοντας προσεκτικά τα γεμάτα από διάφορες σκέψεις μυαλά μας.
Δε θωρώ πλέον τον εαυτό μου ακάθαρτο αιώνιο ήρωα.
Το φάντασμα του τέλους μου, στοιχειώνει μέχρι το τελευταίο λεπτό της νύχτας

τον αβάσταχτο θυμό μέσα στον πονοκέφαλο της καθημερινής μου τρέλας…
Η διαγραμμένη μου γελοιογραφία μοιάζει να ξεφεύγει από το περιθώριο του χαρτιού και να χάνεται στους γκρίζους τοίχους του μικρού δωματίου.
Η ελευθερία της δεν έχει όρια.
Ξεθαρρεύει ώρα με την ώρα.
Τώρα λοιπόν η αναιδέστατη καρικατούρα έχοντας αποκομίσει το δικό της περίγελο στυλ, μου κλείνει το μάτι. Τρέλα.
Δεκάδες κραυγές και εικόνες παράλογες,
μου κουτσουρεύουν το μυαλό χαλώντας τη πλήρη τάξη μιας εφήμερης δημιουργικής στιγμής.
(Προσπαθώ να μη σκέφτομαι για λίγο.)
Πρέπει να ξεκρεμάσω τον εαυτό μου απ’ το σκοινί όσο πιο σύντομα γίνεται,
και για μερικά λεπτά μονάχα να γίνω αερικό ελεύθερο στον γκρίζο χώρο κάποιου άλλου τρελού. Είμαι πολύ περίεργος για το πώς περνούν τα βράδια σ’ αυτή την πόλη.
1/11/06 - 9/10/08

«ΤΟ ΘΕΜΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΕΘΥΣΙ»

Αρκετές φορές χρησιμοποίησα στη ζωή μου τη φράση
«μεθύσι δίχως αύριο».
Αφορμή πάντοτε υπήρξε.
Και η μικρή φλόγα της απελπισίας στο μυαλό μου,
αρκούσε για το ξέσπασμα μίας ακόμα μεγάλης περιπέτειας στη ζωή μου.
Κάθε φορά, ήμουνα σίγουρος πως η επόμενη ημέρα θα μ’ αντιμετωπίσει απ’ το πρώτο κιόλας φως του ήλιου με το πιο σκληρό της πρόσωπο. Όπως και γινόταν άλλωστε.
Όσες φορές έζησα αυτό μου τον παραλογισμό στο έπακρο,
το αποτέλεσμα ήταν να ξημερωθώ καθισμένος στη καρέκλα του γραφείου μου ή στο κρεβάτι ή στο πάτωμα ή στη τελευταία θέση κάποιου αστικού λεωφορείου σε στάση περίεργη,
προσπαθώντας να σκεφτώ αν αξίζει να παιδεύομαι ακόμα.
Πάντοτε υπήρχαν αίτια που με οδηγούσαν σε καταστάσεις τέτοιες,
που μόνο ένας ηλίθιος θα μπορούσε να οδηγηθεί.
Δεν έχω να σας πω πολλά γι’ αυτά.
Το θέμα είναι το μεθύσι, όποια κι’ αν έχει αιτία.
Τα μεθύσια υπάρχουν στη ζωή μου. Υπήρχαν από πάντα.
Θα μπορούσα να πω πως κάποιο απ’ τα έξι γράμματα αυτής της λέξης έχει τη μορφή μου.
Αυτό όμως θα ήταν κοινότυπο.
Κάθε ένα από αυτά, ξεκινάει με έναν καινούριο φόβο.
Ίσως και με μια μεγάλη προσδοκία για τις επόμενες πέντε-έξι ώρες.
Στα μέσα του όλα φαντάζουν πιο ήρεμα.
Η τρέλα έχει κοπάσει στο μυαλό. Σκέφτομαι λογικά.
Οι λέξεις αποκτούν μορφή.
Γίνονται όμορφες φράσεις που έχουν να πούνε πολλά.
Και τότε αρχίζω να καταλαβαίνω και να γράφω.
Άλλοτε λυπημένος και άλλοτε χαρούμενος.
Μερικές φορές τα καταφέρνω καλύτερα και νιώθω ευχαριστημένος που μπόρεσα να κάνω κάτι δημιουργικό σε μια θλιμμένη μέρα.
Οι ώρες κυλούν σαν το νερό.
Η μουσική έρχεται με τη σειρά της να γαληνέψει τον πόνο μου.
Έχω πιει αρκετά,
έχω πληγωθεί αρκετά,
έχω ανεχτεί αρκετά γι’ αυτή τη ζωή.
Ώσπου φτάνει η στιγμή και περνούμε στο μέλλον.
Σ’ ένα αύριο δίχως ιδιαίτερα σχέδια και στόχους να περιμένουν την εκπλήρωση.
Σ’ ένα αναμφισβήτητα γλυκό ηλιοβασίλεμα
που κρύβει δεκάδες αναπόφευκτα «μεθύσια δίχως αύριο».
Σ’ έναν παραλογισμό που το τέλος του δεν έφτασε ακόμα.
30/4/08

Γι’ αυτό τον μήνα αποφάσισα να αναρτήσω μερικές ποιητικές προτάσεις μου για όλους εσάς, τους φίλους μου.

«Ανθολογία Μπιτ ποίησης»
Εκδώσεις Ηριδανός




Σήμερα πέντε και πλέον δεκαετίες μετά την εμφάνιση της Μπιτ γενιάς στο χώρο των αμερικανικών γραμμάτων, έχουμε διανύσει τόσο τις ερήμους όσο και τις οάσεις της σύγχρονης ποίησης. Για κάποιους, το Μπιτ «φαινόμενο» παρήλθε οριστικά· για άλλους, παραμένει μια πολύτιμη παρακαταθήκη για τη δημιουργία της πολυπόθητης νέας ποίησης. Σ αυτόν τον τόμο παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην ελληνική γλώσσα, το εύρος, η ποικιλία και οι επιρροές των Μπιτ, δίνοντάς μας τη δυνατότητα να προστρέχουμε συμβουλευτικά στην ποίησή τους, κάθε φορά που μας καλεί η ανάγκη για την απόλαυση της καθαρής ποίησης.
Περιγραφή του Γιάννη Λειβαδά

«Ανθολογία αμερικανικής ποίησης του εικοστού αιώνα»
Εκδώσεις
Ηριδανός



Περιλαμβάνει ποιήματα των: Eliot Thomas Stearns, Bukowski Charles, Crane Hart, Cummings Edward Estlin, Ferlinghetti Lawrence, Ginsberg Allen, Jeffers Robinson, Kerouac Jack, Olson Charles, Oppen George, Patchen Kenneth, Pound Ezra, Rexroth Kenneth, Reznikoff Charles, Roethke Theodore, Schwatz Delmore, Stevens Wallace, Williams William Carlos, Zukofsky Louis, και πολλών άλλων ακόμα.

«Ουρλιαχτό»
Εκδώσεις Ηριδανός



Αν αρκεστούμε στο συμπέρασμα πως το "Ουρλιαχτό" είναι απλά και μόνο το ποιητικό μανιφέστο της Μπιτ Γενιάς, τότε έχουμε χάσει αυτόματα την πραγματική εμπειρία ενός εκ των σπουδαιότερων δειγμάτων της μεταμοντέρνας ποίησης. Το ποίημα διαθέτει μια πρωτόγνωρη για την εποχή του (κι όχι μόνο) ελευθερία στο λόγο και μια ασυνήθιστη ρητορική φόρμα, ξεχωρίζοντας από την κυρίαρχη γραμμή της αμερικάνικης ποίησης που από την εποχή του Whitman μέχρι σήμερα, λίγοι ήταν οι ποιητές που κατάφεραν να την κρατήσουν στη ζωή (όπως ο Pound, ο Williams, ο Cummings, ο Berryman, ο Norse, ο Bukowski κ.ά.). Ο Allen Ginsberg χρησιμοποίησε χρησιμοποίησε το ψυχολογικό αδιέξοδο και την ιδεολογική ήττα για να μας εισάγει σε μία, ώριμη πλέον, επείγουσα και συνειδητοποιημένη απόπειρα ακύρωσης του στημένου παιχνιδιού, τόσο της ζωής όσο και της ποίησης. Αυτή η παγκοσμιοποιημένη πλέον ήττα είναι που προσδιορίζει δραματικά ολόκληρο τον σύγχρονο κόσμο. Ο Ginsberg ήρθε σε απόλυτη ρήξη με όλες εκείνες τις δυνάμεις που εξαντλούν και καταδυναστεύουν απανταχού το πνεύμα της ζωής και του καθαρού Λόγου. "Όποιος αρνείται την μουσική των σφαιρών αρνείται την ποίηση, αρνείται τον άνθρωπο, φτύνει τον Blake, τον Shelley, τον Χριστό, και τον Βούδδα... το σύμπαν είναι ένα νέο λουλούδι... όποιος θελήσει πόλεμο με τα ρόδα θα τον έχει". [...]

(από την εισαγωγή του βιβλίου)


«Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΣΙΓΟΥΡΙΑ ΤΗΣ ΗΣΥΧΙΑΣ»