Χρήστος Κελλάρης - Ποιήματα & Stories: 1/12/07 - 1/1/08

Ελάχιστα λόγια για τον ιστότοπο..

Ο Χρήστος Κελλάρης γεννήθηκε το Μάη του 1984 στη Θεσσαλονίκη και είναι Πολιτικός Μηχανικός. Δεν ζει εκεί. Αρχίζει να ασχολείται με την ποίηση και την λογοτεχνία στην ηλικία των 17 από ένα λάθος.

Το 2006 ξεκίνησε την πρώτη του ποιητική απόπειρα. Πρόκειται για μία συλλογή που απαρτίζεται από αρκετά ποιήματα, και έχει τίτλο: «Μια γουλιά ακόμα».

Το 2007 δημιουργεί τον πρώτο του προσωπικό ηλεκτρονικό χώρο στη διεύθυνση http://Kellaris.Blogspot.Com με σκοπό να αναρτήσει μερικές από τις σκέψεις του..

Γράφει αραιά και που και δεν επιθυμεί να γίνει γνωστός.

Σας ευχαριστεί για την επίσκεψή σας.

«Μια γουλιά ακόμα»

«Μια γουλιά ακόμα»
Το εξώφυλλο της συλλογής

Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2007


ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ - ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ


Σας εύχομαι μέσα από τη καρδιά μου το 2008 να είναι μια ευήμερη χρονιά για σας και τους αγαπημένους σας και ας ελπίσουμε όλοι μαζί, ο καινούριος χρόνος να φέρει υγεία και ειρήνη σ’ ολόκληρο τον κόσμο.

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2007

«ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ»

1999, Ιούλιος. Μου ‘κλεισες εκνευρισμένη το τηλέφωνο.
Με άφησες ολομόναχο στην άλλη άκρη δίχως να μπορώ να αντιληφθώ τα γεγονότα. Κάτι έσπασε μέσα μου, στοίχειωσε τις νύχτες μου,
αγεφύρωτο το ρήγμα στο δεξί μου στήθος με καταπίνει.
Λίγο πιο πριν ίδρωνα, τώρα παγώνω.

Το μυαλό μου άδειασε σε μια στιγμή,
η ματιά μου χάνεται στο λευκό του απέναντι τοίχου.
Κατεβάζω το ακουστικό και σωριάζομαι σε ένα λερό μπλε ντιβάνι,

προσπαθώντας να απομονώσω το νου μου.
Αλλά δεν τον βρίσκω εκεί που τον άφησα δύο λεπτά πριν!
Η λογική άρχιζε να μ΄εγκαταλείπει. Με άλλαξες απότομα...
Εκείνο το βράδυ, κατεβάζοντας τη περηφάνια μου μαζί με το ακουστικό,

με λυπήθηκα ακόμα περισσότερο!
Την έβρισα και μετά το πήρα πίσω,
σκούπισα με το μανίκι τη ματωμένη μου καρδιά

και χάθηκα ζαλισμένος μέσα στο σκοτάδι μου,
τρεκλίζοντας και ξερνώντας τ’ όνομά της…
25/8/06

«ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ»


Καλοκαίρι ’99, κρυμμένος στον παράδεισο.
Δυο σκιές χορεύουν.
Μοιάζουν γεμάτες χάρες και ευτυχία,
μα η λυπημένη τους μορφή, δε ξεγελά.

Διαγράφεται ξεκάθαρα πάνω στο λευκό βαμμένο τοίχο.
Τα δένδρα γύρω απ’ το καλοκαιρινό κρησφύγετο,
του κάθε εικονόφιλου που σέρνει μια αγάπη της μιας νύχτας,
παραμένουν δώδεκα μέρες τώρα ασάλευτα.
Θαρρείς πως έχουν χάσει κάθε τους ενδιαφέρον για ζωή,
για θρόισμα,
για μια βροχή,
για μια ακόμα προβολή μέσα στη νύχτα των ήχων των ποντικόμορφων πουλιών και των βατράχων.
Ανάμεσα στο κοινό, βρίσκεται κι’ αυτή,

καθισμένη στα φτηνά άσπρα καθίσματα.
Δε ξέρω αν κάποτε, έστω για μια στιγμή, στάθηκε δίπλα μου αληθινά.
Αγκαλιά με κάποιον, που νομίζω πως κοιμάται,
τη βλέπω τώρα να χαζεύει τη πλοκή της ίδιας τής της ιστορίας

που ξετυλίγεται αργά, επάνω στο μουχλιασμένο τοίχο.
Λίγο πριν το διάλειμμα, κατεβαίνω απ’ το μπορντό ύψωμα που κρατά καλά κλεισμένο μέσα του τους ήχους των ερωτικών σκηνών και των πολυβόλων,
των ορχηστικών μουσικών και των καταδιώξεων στα στενά του Venis Beach,
και κατηφορίζω μέχρι να γίνω ένα με τα κύματα

παρέα με μια πικρή ανάμνηση που με πονάει ακόμα.
22/5/07

«ΟΤΑΝ ΚΑΝΕΙ ΠΙΣΩ Η ΛΟΓΙΚΗ»

Φοβάμαι και πάλι.
Σκάβω τον πιο βαθύ μου λάκκο και ξεβράζομαι στην άλλη άκρη της γης.
Σε μια πολύχρωμη χώρα που τη καλύπτει το γκρίζο.
Τρομάζω από την εξαφάνιση του πολιτισμού.
Κοιτάζω χ α μ η λ ά μα το μόνο που βλέπω είναι το παραμορφωμένο μου είδωλο σ

τα βρόμικα λασπόνερα να τρεμοπαίζει.
Ο κόσμος που με κοίταζε με απορία,
έχει πια χαθεί.
Κλείνω τα μάτια και ξαφνικά βρίσκομαι βρόμικος και ξενυχτισμένος
σε κάποιο μπαρ στο κέντρο του Μονάχου καθισμένος σε ξύλινο σκαμπό,
να γεύομαι τις τελευταίες ρουφηξιές ενός μουσκεμένου Sante και να ελπίζω.
Τρέχω στη τουαλέτα.
Ξερνώ τα όνειρά μου.
Κοιτάζομαι στον καθρέφτη μα η εικόνα μου έχει πια χαθεί.
Τώρα πια βρίσκομαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι.
Τα στρωσίδια κείτονται στο πάτωμα τσαλακωμένα.
Ανοίγω τη παλάμη και μετρώ ανάποδα τις πληγές που δεν έχουν κλείσει ποτέ.
Φαντάζομαι το επόμενο μέρος που θα επισκεφτώ.
Σταματώ.
Δεν είναι εποχές για ονειροπόλους, φαντασμένους, ηλίθιους, ποιητές.
Αλλάζω τις σκέψεις μου μα η διάθεσή μου παραμένει ως έχει.
4/5/07


«Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΣΙΓΟΥΡΙΑ ΤΗΣ ΗΣΥΧΙΑΣ»