ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΕΛΛΑΡΗΣ - KAΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ: 2007

ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΣΤΟΤΟΠΟ

Ο Χρήστος Κελλάρης γεννήθηκε το Μάη του 1984 στη Θεσσαλονίκη και είναι Πολιτικός Μηχανικός που δεν ζει στη Θεσσαλονίκη. Αρχίζει να ασχολείται με την ποίηση και την λογοτεχνία στην ηλικία των 17 από ένα λάθος.

Το 2006 ολοκλήρωσε την πρώτη του ποιητική απόπειρα. Πρόκειται για μία συλλογή που απαρτίζεται από αρκετά ποιήματα, και έχει τίτλο: «Μια γουλιά ακόμα».

Το 2007 ολοκλήρωσε την πρώτη του νουβέλα που φέρει τον τίτλο «Με δυο ποτά στο χέρι». Την ίδια χρονιά δημιουργεί τον πρώτο του προσωπικό ηλεκτρονικό χώρο στη διεύθυνση http://Kellaris.Blogspot.Com με σκοπό να αναρτήσει μερικές από τις σκέψεις του..

ΤΙΤΛΟΣ: «ΜΙΑ ΓΟΥΛΙΑ ΑΚΟΜΑ»

ΤΙΤΛΟΣ: «ΜΙΑ ΓΟΥΛΙΑ ΑΚΟΜΑ»
TO EΞΩΦΥΛΛΟ ΤΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ

«ΓΕΡΝΩ»

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2007


ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ - ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ


Σας εύχομαι μέσα από τη καρδιά μου το 2008 να είναι μια ευήμερη χρονιά για σας και τους αγαπημένους σας και ας ελπίσουμε όλοι μαζί, ο καινούριος χρόνος να φέρει υγεία και ειρήνη σ’ ολόκληρο τον κόσμο.

Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2007

«ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ»

1999, Ιούλιος. Μου ‘κλεισες εκνευρισμένη το τηλέφωνο.
Με άφησες ολομόναχο στην άλλη άκρη δίχως να μπορώ να αντιληφθώ τα γεγονότα. Κάτι έσπασε μέσα μου, στοίχειωσε τις νύχτες μου,
αγεφύρωτο το ρήγμα στο δεξί μου στήθος με καταπίνει.
Λίγο πιο πριν ίδρωνα, τώρα παγώνω.

Το μυαλό μου άδειασε σε μια στιγμή,
η ματιά μου χάνεται στο λευκό του απέναντι τοίχου.
Κατεβάζω το ακουστικό και σωριάζομαι σε ένα λερό μπλε ντιβάνι,

προσπαθώντας να απομονώσω το νου μου.
Αλλά δεν τον βρίσκω εκεί που τον άφησα δύο λεπτά πριν!
Η λογική άρχιζε να μ΄εγκαταλείπει. Με άλλαξες απότομα...
Εκείνο το βράδυ, κατεβάζοντας τη περηφάνια μου μαζί με το ακουστικό,

με λυπήθηκα ακόμα περισσότερο!
Την έβρισα και μετά το πήρα πίσω,
σκούπισα με το μανίκι τη ματωμένη μου καρδιά

και χάθηκα ζαλισμένος μέσα στο σκοτάδι μου,
τρεκλίζοντας και ξερνώντας τ’ όνομά της…
25/8/06

«ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ»


Καλοκαίρι ’99, κρυμμένος στον παράδεισο.
Δυο σκιές χορεύουν.
Μοιάζουν γεμάτες χάρες και ευτυχία,
μα η λυπημένη τους μορφή, δε ξεγελά.

Διαγράφεται ξεκάθαρα πάνω στο λευκό βαμμένο τοίχο.
Τα δένδρα γύρω απ’ το καλοκαιρινό κρησφύγετο,
του κάθε εικονόφιλου που σέρνει μια αγάπη της μιας νύχτας,
παραμένουν δώδεκα μέρες τώρα ασάλευτα.
Θαρρείς πως έχουν χάσει κάθε τους ενδιαφέρον για ζωή,
για θρόισμα,
για μια βροχή,
για μια ακόμα προβολή μέσα στη νύχτα των ήχων των ποντικόμορφων πουλιών και των βατράχων.
Ανάμεσα στο κοινό, βρίσκεται κι’ αυτή,

καθισμένη στα φτηνά άσπρα καθίσματα.
Δε ξέρω αν κάποτε, έστω για μια στιγμή, στάθηκε δίπλα μου αληθινά.
Αγκαλιά με κάποιον, που νομίζω πως κοιμάται,
τη βλέπω τώρα να χαζεύει τη πλοκή της ίδιας τής της ιστορίας

που ξετυλίγεται αργά, επάνω στο μουχλιασμένο τοίχο.
Λίγο πριν το διάλειμμα, κατεβαίνω απ’ το μπορντό ύψωμα που κρατά καλά κλεισμένο μέσα του τους ήχους των ερωτικών σκηνών και των πολυβόλων,
των ορχηστικών μουσικών και των καταδιώξεων στα στενά του Venis Beach,
και κατηφορίζω μέχρι να γίνω ένα με τα κύματα

παρέα με μια πικρή ανάμνηση που με πονάει ακόμα.
22/5/07

«ΟΤΑΝ ΚΑΝΕΙ ΠΙΣΩ Η ΛΟΓΙΚΗ»

Φοβάμαι και πάλι.
Σκάβω τον πιο βαθύ μου λάκκο και ξεβράζομαι στην άλλη άκρη της γης.
Σε μια πολύχρωμη χώρα που τη καλύπτει το γκρίζο.
Τρομάζω από την εξαφάνιση του πολιτισμού.
Κοιτάζω χ α μ η λ ά μα το μόνο που βλέπω είναι το παραμορφωμένο μου είδωλο σ

τα βρόμικα λασπόνερα να τρεμοπαίζει.
Ο κόσμος που με κοίταζε με απορία,
έχει πια χαθεί.
Κλείνω τα μάτια και ξαφνικά βρίσκομαι βρόμικος και ξενυχτισμένος
σε κάποιο μπαρ στο κέντρο του Μονάχου καθισμένος σε ξύλινο σκαμπό,
να γεύομαι τις τελευταίες ρουφηξιές ενός μουσκεμένου Sante και να ελπίζω.
Τρέχω στη τουαλέτα.
Ξερνώ τα όνειρά μου.
Κοιτάζομαι στον καθρέφτη μα η εικόνα μου έχει πια χαθεί.
Τώρα πια βρίσκομαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι.
Τα στρωσίδια κείτονται στο πάτωμα τσαλακωμένα.
Ανοίγω τη παλάμη και μετρώ ανάποδα τις πληγές που δεν έχουν κλείσει ποτέ.
Φαντάζομαι το επόμενο μέρος που θα επισκεφτώ.
Σταματώ.
Δεν είναι εποχές για ονειροπόλους, φαντασμένους, ηλίθιους, ποιητές.
Αλλάζω τις σκέψεις μου μα η διάθεσή μου παραμένει ως έχει.
4/5/07

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2007

«ΑΤΛΑΝΤΙΚΟΣ»

Ψάχνω τον δρόμο, τον δικό μου δρόμο,
ανάμεσα σε χίλια δυο αδιέξοδα,
σε πόρτες που πάντα μένουν κλειδωμένες,
σε πάρκα που τα παγκάκια τους είναι βρεγμένα και η μπογιά τους ξεφλουδισμένη.
Σε τηλεφωνήματα που ο συνομιλητής είναι αδιάφορος,

σε τηλεοπτικά δελτία, σ’ εκπομπές.
Ψάχνω τον δρόμο μου στα σπίτια, εκεί που οι γυναίκες είναι πάντοτε βαμμένες

και φορούν γυαλιστερά κόκκινα τακούνια.
Σε πολυκαταστήματα, σε σχολικές εκδρομές μαζί με ερεθισμένες μαθήτριες

κάτω από πολικές θερμοκρασίες.
Στα μπαρ μαζί μ’ αλκοολικούς θαμώνες, παρέα με τους ποιητές της νύχτας
και τα μισοσβησμένα τους τσιγάρα.
Στον ιππόδρομο, στα σφαιριστήρια,
στον καφενέ της δυστοκίας μου περιμένοντας το πρώτο φως της μέρας.
Ο δρόμος που αναζητώ μοιάζει με το διψασμένο ωκεανό της σκοτεινής πλευράς της σελήνης . Μακρύς και απέραντος, ίσος πιο τρομακτικός στο ξέβρασμά του.
Φαντάζει με γυναίκα που περιμένει το θανατικό της, ανάσα μ’ άρωμα λεβάντας.
Η ψυχή μου κυκλώθηκε από θλίψη,

ανάμεσα σε δυο πνευμόνια καπνισμένα βρίσκεται τώρα να μονάζει.
Κι’ όσο για το χρόνο και τη δημιουργία;
Να παν όλα στο διάολο, να πλαγιάσουν υπεύθυνα μαζί του,

κάτω απ’ το χλωμό, της Φλεβαριάτικης πανσέληνου το απίθωμα…
17/2/07

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2007

«ΥΠΑΡΧΕΙ ΧΡΟΝΟΣ»

Με βρίσκει η επόμενη μέρα στη βεράντα.
Εκεί, με ένα φίλο απ’ τα παλιά, μπροστά σε ένα σχεδόν γεμάτο μπουκάλι,
να ξεθάβουμε τις αναμνήσεις και τους φόβους μας.
Μερικά ποτήρια δυνατό ημίγλυκο κρασί και η συζήτηση μπαίνει στον δρόμο που της ορίστηκε.
Φιλοσοφίες, αναζητήσεις στο χθες και σε μερικές χιλιάδες χρόνια ιστορίας.
Το βράδυ και οι φιλολογίες θα τελειώσουν μόνο όταν το υγρό
στο μπουκάλι φτάσει στο ναδίρ του.
Μέχρι τότε υπάρχει χρόνος.
Πολλά θα ειπωθούν,
σε πολλά συμπεράσματα θα καταλήξουμε,

μα όπως πάντα θα απολήξουμε σε κάποια κοινή αλήθεια γύρω από τις γυναίκες.
Μέχρι τότε υπάρχει χρόνος…

12/9/06

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2007

«Ο ΚΑΙΡΟΣ Μ’ ΕΧΕΙ ΔΙΔΑΞΕΙ ΝΑ ΜΑΘΑΙΝΩ»

Νιώθω σα λαβωμένο ζώο.
Χάνω αυτούς που αγαπώ,

κάθε μέρα, κάθε δευτερόλεπτο.
Πονάω πολύ. Ο χρόνος κυλάει σα νερό.
Σα νερό. Και χάνεται. Έτσι απλά.
Και αυτοί που αγαπώ είναι λίγοι διαλεγμένοι ένας-ένας με προσοχή.
Ίσως αυτό είναι που το κάνει να μοιάζει χειρότερο.
Τραγικό στο φως της μέρας, δραματικό κάτω απ’ τα άστρα της νύχτας.
Οι άνθρωποι γερνούν, παχαίνουν, κρυώνουν, ακρωτηριάζονται,

σε ανύποπτες στιγμές, όλοι κάτω απ’ τον ίδιο ουρανό,
κάτω απ’ τα ίδια άστρα,
γύρω απ’ τις ίδιες νωχελικές κραυγές.
Έτσι είναι η ζωή καθώς ξεμακραίνει,

πονούν οι άνθρωποι όταν μυρίζονται το θάνατο,
γιατί μπορούν και τον καταλαβαίνουν.
Τον νοιώθουν.
16/2/07

«ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΚΑΠΟΤΕ ΝΑ ΓΙΝΕΙ, ΑΠΟΨΕ ΘΑ ΤΟ ΚΑΝΩ»

Πέρασαν δύο ήσυχες ημέρες
και δύο ήσυχα βράδια.
Δεν μ’ ενόχλησε καμία.
Έπινα, κάπνιζα και έγραφα.
Το τηλέφωνο χτύπησε μια φορά.
Έκαναν λάθος, μου είπαν.
Έμοιαζε με τη ζωή μου.
Ήταν κι’ αυτή ένα λάθος…
Μα δε πειράζει.
Παρ’ όλα αυτά, για τις επόμενες πέντε ημέρες θα πίνω,

θα καπνίζω και θα γράφω, ξέροντας πως η ησυχία στη ζωή μου θα παραμείνει.
Η σχολή είναι κλειστή, ο καιρός έχει χαλάσει
και τα σκυλιά βρήκαν τραγικό θάνατο στους παγωμένους δρόμους.
Μου αρέσει αυτή την εποχή το μικρό μου δωμάτιό,

με τους καπνισμένου τοίχους του και τις γλυκύτατες,
άλλοτε λευκές, μα τώρα γκρίζες κουρτίνες.
Τα άδεια μπουκάλια έχουν γεμίσει τα δύο μου μπαλκόνια,

σκόρπια σε σκισμένες απ’ τον αέρα σακούλες.
Φαίνονται αστεία έτσι πως παραμονεύουν τον επόμενο βαρδάρη να τα γδάρει.
Απόψε το βράδυ λέω να τα μεταφέρω σε κάποια άγνωστη γειτονιά,

επωφελούμενος από τη νεκρική - θα μπορούσα να πω - ησυχία,
κάπου μακρύτερα να παγώσουν.
Όλα σήμερα μου μοιάζουν λίγο πιο χαριτωμένα.

25/1/07

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2007

«ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΟΛΑ ΠΗΓΑΙΝΟΥΝ ΣΤΡΑΒΑ…»

Ο κόσμος γύρω μου τις περισσότερος φορές φαντάζει ηλίθιος.
Αποκρουστικός και Παράλογος μαζί.
Ακατανόητος, βουβός και ταυτόχρονα στεντόρειος.
Όταν Σταματήσει τα θαύματά Του,
όλα πηγαίνουν στραβά· όλοι τρελαίνονται.
Δρουν ανεξέλεγκτοι. Είναι επικίνδυνοι.
Η λογική υποχωρεί και το σκοτάδι που φανερώνει η έλλειψή της, απλώνεται βαρύ στα μάτια.
Τώρα βρίσκομαι μπλεγμένος στα δίχτυα της ίδιας μου της λογικής.
Η ηρεμία που μου προσέφεραν οι ήσυχες ημέρες που έμεινα κλεισμένος στο διαμέρισμα γράφοντας ποιήματα και ιστορίες,
έχει πλέον χαθεί ανεπιστρεπτί απ’ το μυαλό μου.
Μέρες που η τηλεόραση ήταν σβηστή,
και το ποτήρι μου γεμάτο...
Όταν όλα πηγαίνουν απ’ το κακό στο χειρότερο,

δεν υπάρχουν και πολλά που να μπορείς να κάνεις.
Τα άσχημα νέα σέρνουν το ένα το άλλο.
Αμαξοστοιχία ξέφρενη που οδεύει σε κάποιον εμβριθή γκρεμό.
Κι’ εσύ ελπίζεις να γίνει κάτι που θ’ αλλάξει ολόκληρο τον κόσμο σου προς το καλύτερο.
Μερικοί το λένε θαύμα.
Άλλοι το λένε επιστροφή στις τυχερές ημέρες.
Εγώ το λέω μοίρα. Πιστεύω στη μοίρα.
Όμως, η αλλαγή προς το καλύτερο,
το θαύμα,

η επιστροφή στις τυχερές ημέρες,
αργεί πολύ να ανατείλει.
Τρία χρόνια προσπαθούσα να ξεπεράσω τις άσχημες στιγμές των δύο προηγούμενων.
Τέσσερα χρόνια προσπαθώ ν’ αφήσω πίσω μου τις άσχημες στιγμές των περασμένων πέντε που με αποκαρδιώνουν.
Δε σκέφτηκα ούτε για μια στιγμή πώς θα ένιωθα σε ένα μαζικό χτύπημα.
Ίσως να μη μπορούσα να βάλω το μυαλό μου σε μια τέτοια διαδικασία,
έχοντάς το μονίμως να σκαλίζει το προχθές.
Ίσως να μη μπορούσα να ρυθμίσω τη καρδιά μου σε μια τέτοια αντίληψη του πόνου, έχοντάς τη να γυρεύει μια καινούρια «κλέφτρα» που ν’ αξίζει να ζήσουμε μαζί το παραμύθι.
Τώρα το Yang παραμονεύει στα παράθυρα,

στις πόρτες,
στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής.
Δέχομαι τα άσχημα νέα από παντού.
Απ’ όλες τις πλευρές.
Και δε μου αφήνουν περιθώριο να πονέσω.
Όλα συγκλίνουν και λογχίζουν μανιασμένα τον απόκρυφό μου κόσμο.
Όχι αυτόν που περιγράφω στα ποιήματα και στα διηγήματά μου.
Όχι αυτόν που οι αναγνώστες μου θαρρούνε πως γνωρίζουν καλά.
Αυτόν τον κόσμο δε τον έχει εξερευνήσει κανείς.
Ούτε και εγώ.

11/5/07

«ΠΟΛΥ ΩΡΑΙΑ»

Άσχημοι άνθρωποι σε μια άσχημη πόλη γλεντούν σε καπνισμένα μπαρ,
σε λεωφόρους και σε διαλυμένα απ’ τον καιρό ανάκτορα περασμένων μεγαλείων.
Στο ύψωμα τα δέντρα είναι γκρίζα,
δεν έχουν φύλλα, νομίζω πως τα έκαψαν πέρυσι τον χειμώνα.
Τα πουλιά στον ουρανό έχουν πάψει να πετούν προ πολλού.
Περιμένουν κι’ αυτά με τη σειρά τους καρτερικά στη μολυσμένη ακρογιαλιά να ‘ρθει το τέλος.
Τα χάλκινα νομίσματα πρασίνισαν στο χρόνο κι’ έχασαν την αξία τους·
οι μηχανές, προσβεβλημένες απ’ την ανθρώπινη αλαζονεία,
πνίγηκαν στη σκουριά και στο λάδι τους· έχουν παραλύσει τα πάντα για πάντα.
Άσχημοι άνθρωποι φαιδροί, κοιτούν έτσι όπως κάθονται,

άλλοι κατάχαμα κι’ άλλοι σε στάσεις λεωφορείων και σε ταβέρνες,
τα λερά ρυτιδιασμένα χέρια τους και αναρωτιούνται αν έχουν κάνει έστω κι’ ένα καλό.
Φτύνουν στο χώμα και βλαστημούν το Θεό,

γιατί τους άφησε να ζουν ελεύθερα,
να κάνει αυτό που ήθελε ο καθένας.
Μα πιο πολύ,

νομίζω πως το κάνουν από φόβο.
Γνωρίζουν πολύ καλά τα λάθη τους.

Δεν υπάρχει γυρισμός στο χθες,
τότε που έτρεχαν μικροί στους δρόμους,
τότε που κοίταζαν κάτω από τις φούστες κοριτσιών το καλοκαίρι.
Γι’ αυτό και πήραν από φόβο τα πουλιά και τα δηλητηρίασαν,
γι’ αυτό και έκαψαν τα δέντρα στο ύψωμα,
γι’ αυτό η πόλη είναι άσχημη και τη μισώ,

γιατί ζουν άσχημοι άνθρωποι.
13/1/07

«Ο ΠΑΝΤΟΠΩΛΗΣ»

Περνούσα τυχαία απ’ το στενό,
όταν με την άκρη του ματιού μου εντόπισα ένα παλιό στενόμακρο μαγαζάκι
με φαγωμένα από τον χρόνο κουφώματα και τοίχους βαμμένους με πράσινη ξεψυχισμένη λαδομπογιά.
Τράβηξα την ξύλινη εξώπορτα,
ανέβηκα τα δύο σκαλοπάτια και μπήκα.
Ένας γέρος με ρυτιδιασμένα χέρια,
και σακάκι γεμάτο μπαλώματα με ρώτησε με σιγανή, στεγνή, σαν τριαντάρη φωνή:
-Τι γυρεύεις;
-Εσείς τι έχετε;
-Τα πάντα!
-Θα πάρω λίγο χρόνο και μια καινούρια αρχή.
1/10/06

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2007

«HANGOVER»

Το επόμενο πρωινό, το κεφάλι μου κόντευε να σπάσει από το χθεσινό μεθύσι.
Δώδεκα χιλιάδες και ένα σφυριά, κοπανούσαν μανιασμένα το βάθος του μυαλού μου.
Το τελευταίο ποτήρι έμπνευσης που μου απέμεινε,
κοντεύει να στερέψει.
Μπαρ αδειανό, γεμάτο καπνό ξεφτισμένες καρέκλες και στο βάθος εσύ.
Μου φίλαγες για το τέλος το πιο καλό μου όνειρο,
ένα φιλί, άγκιγμα απαλό στο στόμα μου.

Γεύση πικρή, χωλή,
η στιγμή που μ’ άφησες μόνο,
μετέωρο να σε αποζητώ,
να σε παρακαλώ να μείνεις λίγο ακόμα.

Έφυγες.
Έτσι ξαφνικά όπως ήρθες,
βιαστικά,
βασανιστικά,
σαν παγερό φύσημα πρωινού αέρα
και γύρισες ξανά στο γνωστό σου σημείο.
Στο πίσω μέρος του μυαλού μου.
Αναστατώθηκα και πάλι.
Ορκίστηκα πως δε θα πιω ξανά.
Δεν αντέχω βλέπεις,
τούτη την επαναλαμβανόμενη
πρωινή οδύνη,
όταν το κεφάλι μου κοντεύει να σπάσει από το χθεσινό τρελό μεθύσι.
Όταν δώδεκα χιλιάδες και ένα σφυριά…
12/8/06


«Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΣΙΓΟΥΡΙΑ ΤΗΣ ΗΣΥΧΙΑΣ»